Ραβδιά και Kόκκαλα

Τίτλος:Ραβδιά και Κόκκαλα (Sticks and Bones)

Συγγραφέας:David Rabe (μετάφραση Δέσπω Διαμαντίδου)

Εκδοτικός Οίκος: Δωδώνη

Έτος ΄Εκδοσης: 1977 (πρώτη έκδοση: 1972)

Rating: 5 stars

‘’Έχω να παραδώσω παιδιά στα σπίτια τους στο Σικάγο, άλλα στη Βοστώνη, Τρέντον, Ντένβερ, και Κλήβελαντ, Ρένο, Νέα Ορλεάνη, Γουάτς, Ατλάντα. Κι όταν επιστρέψω, θα έχω νέα παραλαβή, θα’ναι όλα τα παιδιά ξαπλαρωμένα στο γρασίδι, άλλα με τσακισμένη ραχοκοκκαλιά, το μυαλό λιώμα, με τα σωθικά τους πολτό. Παιδιά κουτσά κι απ’τα δύο ή από το ένα πόδι.’’

O David επιστρέφει σπίτι μετά τον τραυματισμό στο πόλεμο του Vietnam. Έχει τυφλωθεί, κι όμως ‘’βλέπει’’ καλύτερα από τον καθένα. Έρχεται σε μια οικογένεια που αποτελεί αφόρητα τυπικό δείγμα της εποχής της. Άρνηση, ρατσισμός, μια βαθιά επιθυμία να κρύψουμε τα πάντα κάτω από το χαλί. Ένας αγροίκος, άξεστος πατέρας, μια μητέρα αδύναμη να κρατήσει την οικογένεια της, ένας μικρότερος αδερφός του οποίου τα ιδανικά περιορίζονται στο γρατζούνισμα μιας κιθάρας, το χλαπάκιασμα σοκολατένιου γλυκού, και το πήδημα στο πίσω κάθισμα. Πως γίνεται να μην πέσει σε απελπισία ο David; 

To έργο του David Rabe είναι μια συνεχόμενη γροθιά στο στομάχι. Σε πετάει στο έδαφος κι εσύ δέχεσαι το ένα χτύπημα μετά το άλλο, αδύναμος να κουνηθείς. Παγωμένος, γίνεσαι μάρτυρας της μάχης ενός νεαρού άνδρα του οποίου η ζωή κι η αγάπη έχουν καταστραφεί, το σπίτι του έχει γίνει κολαστήριο επι γης, χειρότερο από κάθε πεδίο μάχης. Θα μπορούσε κάποιος να αναφερθεί σε μετατραυματικό στρες, στο ρατσισμό, στη μεσο-αστική στενομυαλιά, σε rednecks που ζουν στο δικό τους, στρεβλό μικρόκοσμο. Για μένα, όμως, αυτά είναι απλά λέξεις, κούφιοι ορισμοί. Αυτό που με τρομοκρατεί είναι η απόλυτη έλλειψη κάθε τρυφερότητας, πόσο μάλλον αγάπης, από τους ‘’γονείς’’ στο παιδί τους, η βαρβαρότητα και η σκληρότητα προς το γιό που πολέμησε για έναν άδειο σκοπό. Όταν το ίδιο σου το σπίτι γίνεται ο λάκκος με τα φίδια, τι μπορείς να κάνεις;

Από την αρχή ως το σοκαριστικό επίλογο, το Ραβδιά και Κόκκαλα είναι ένα από τα πιο τρομακτικά, σύνθετα κι απαιτητικά έργα του Αμερικανικού Δράματος, ένας θησαυρός τον οποίο πρέπει να βγάλουμε από την τωρινή του λήθη. Άν ακούει (ή καλύτερα, αν διαβάζει…) κάποιος άνθρωπος του θεάτρου…

‘’Δηλαδή το βρίσκετε λογικό, να αρπάξω ένα γέρο και να του βουτήξω το κεφάλι μέσα σ’ένα λάκκο με νερό, και να συνεχίζω να μιλώ για αυτοκίνητα, χρήματα, ίσαμε να σταματήσει ο αδύναμος σφυγμός του, κι ύστερα να περιφέρομαι λές και δε συνέβηκε τίποτα. Εγώ έκανα αυτό που θέλατε, την παράτησας εκεί… που οι άνθρωποι είναι λιγνοί απ’την πείνα, μιά ολόκληρη ζωή! Νομίζετε πώς ζούνε όπως εδώ; Με ηλεκτρικές κουζίνες και νεροχύτες; Έτσι νομίζετε; Τρεχούμενα νερά, ηλεκτρικό φώς, φορτηγά, τηλέφωνα και τηλεόραση. Ο Ρίκυ τραγουδάει μέρα νύχτα, αλλά αν του έκοβα το λαρύγγι, δε θα τραγούδαγε πια, θα μουγκανώτανε, κι εσείς θα τον αποζητούσατε – θα αποζητούσατε τα τραγουδάκια του. Είμαστε όλοι αλήτες, ταξιδιάρικοι! Κάνουμε…διάφορα σινιάλα μέσα στη νύχτα. Εσείς αναγνωρίζετε τα δικά σας. Κι εγώ κατανοώ τα δικά μου. Το μόνο που μπορούμε να μοιραστούμε είναι ένα φλιτζάνι…καφέ!’’